Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Η βάση του δέκα δεν έπιασε τη βάση

Της ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΛΙΑΤΣΟΥ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στους 74.000 ανήλθαν οι υποψήφιοι που θυσιάστηκαν στον βωμό του μέτρου της βαθμολογικής βάσης του 10, αφού τόσοι αποκλείστηκαν από τις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα τέσσερα χρόνια της εφαρμογής του.
Το μέτρο εφαρμόστηκε πρώτη φορά το 2006 για να λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλίδα του επιπέδου των φοιτητών που εισέρχοντο στα ΑΕΙ, αλλά έφερε ακριβώς τα αντίθετα απ' τα αναμενόμενα αποτελέσματα: Οχι μόνο δεν κατάφερε να βελτιώσει την ποιότητα των σπουδών στο λύκειο, όχι μόνο δεν καλυτέρευσε το επίπεδο των πρωτοετών φοιτητών αλλά όξυνε ακόμη περισσότερο τις εκπαιδευτικές ανισότητες εις βάρος των περιφερειακών ιδρυμάτων.
Η κατάργησή του από φέτος θεωρείται βέβαιο πως ανακούφισε όλους τους υποψήφιους που θα συμμετάσχουν από τις 14 Μαΐου στις πανελλαδικές εξετάσεις διεκδικώντας μια θέση σε κάποια τμήμα των ΑΕΙ ή των ΤΕΙ.
Ολα τα στοιχεία γύρω από το μέτρο της βάσης του 10 κατέδειξαν ότι είναι λάθος να ορίζεται η βάση διά νόμου, δηλαδή διαχρονικά αφ' ενός γιατί αυτή επηρεάζεται από το βαθμό δυσκολίας των θεμάτων κι αφ' ετέρου γιατί διευρύνει υπαρκτές ανισότητες αφού διογκώνει το πρόβλημα της μη συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από περιοχές που έχουν ήδη χαμηλό ποσοστό επιτυχίας.
Χιλιάδες αποκλεισμένοι
Σε αυτά τα συμπεράσματα κατέληξε και έρευνα που διενήργησε το ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ, που μελέτησε διεξοδικά τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων από το 2006 μέχρι και το 2009. Τις χρονιές αυτές καταγράφηκε ο υψηλότερος αριθμός υποψηφίων που έμειναν έξω από τις πόρτες των ΑΕΙ και των ΤΕΙ.
Οχι μόνο γιατί αποκλείστηκαν εξαιτίας της βάσης αλλά και γιατί «το καθεστώς αυτό αποθάρρυνε ένα σημαντικό ποσοστό νέων, οι οποίοι δεν συμπλήρωναν καν το μηχανογραφικό τους αφού δεν είχαν τη δυνατότητα να γράψουν πάνω από τη βάση στις εξετάσεις».
Μόνο το 2006, 13,5% των αποφοίτων λυκείου, δεν υπέβαλαν μηχανογραφικό, ενώ από αυτούς που υπέβαλαν, 30,1% δεν πέτυχαν την εισαγωγή τους. Συνολικά, τη χρονιά αυτή ο αριθμός των υποψηφίων που αποκλείστηκε απ' την τριτοβάθμια εκπαίδευση έφτασε τους 65.000.
Από την εφαρμογή της βάσης του 10 επλήγησαν κυρίως τα περιφερειακά τμήματα των ΤΕΙ (σε κάποια μάλιστα μπήκε κυριολεκτικά λουκέτο), ορισμένα ξενόγλωσσα των ΑΕΙ και τα μουσικά τμήματα του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτέλειου και του Ιονίου.
Το 2006, από τα 193 τμήματα των ΤΕΙ, σε 86 καταγράφηκαν κενές θέσεις. Το 2007, σε 69 ΤΕΙ από τα 195 έμειναν κενές θέσεις ενώ ένα νεοσύστατο τμήμα, αυτό των Τουριστικών Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ Ηπείρου, δεν είχε κανέναν πρωτοετή φοιτητή αφού δεν καλύφθηκε καμία θέση από τις 208. Το 2008, από τα 195 τμήματα των ΤΕΙ στα 90 έμειναν κενές θέσεις, ενώ σε 5 από αυτά δεν εισήχθη ούτε ένας πρωτοετής φοιτητής. Το 2009, μετρήσαμε 104 τμήματα από τα 210 των ΤΕΙ στα οποία έμειναν ακάλυπτες θέσεις.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας που διεξήγαγαν οι ερευνητές του ΚΑΝΕΠ Νίκος Παΐζης και Πωλίνα Φατούρου, η καθιέρωση της βάσης του 10:
1 Αύξησε τον αριθμό των αποφοίτων του λυκείου που βγαίνουν στην αγορά εργασίας με μειωμένο εκπαιδευτικό προφίλ, επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα απορρόφησής τους στην αγορά εργασίας.
2 Οδήγησε ένα μεγάλο μέρος των αποφοίτων του λυκείου σε μεταλυκειακές σπουδές που έχουν αμφισβητούμενο κύρος, όπως τα Εργαστήρια και τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών.
Είναι προφανές αναφέρουν οι ερευνητές ότι με νομοθετημένη τη βάση του 10, υπήρχαν δύο δρόμοι ώστε να μην οξυνθούν περισσότερο οι εκπαιδευτικές ανισότητες: είτε να μειωθεί το επίπεδο δυσκολίας κάποιων μαθημάτων, είτε να γίνει αποδεκτό το σημαντικό πολιτικό κόστος από το αδιέξοδο χιλιάδων οικογενειών και τη στροφή τους προς αμφίβολης ποιότητας προσφερόμενες υπηρεσίες στη μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, καθώς και προς τα κολέγια και ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Ευκολότερα θέματα
Τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων κατέδειξαν πως επελέγη η πρώτη λύση, δηλαδή μειώθηκε ο βαθμός δυσκολίας κάποιων μαθημάτων κι έτσι είχαμε αύξηση του ποσοστού των υποψηφίων με γενικό βαθμό πρόσβασης πάνω από το 10 κατά 8,5% (το 2007 σε σχέση με το 2006) και 6,5% (το 2008 σε σχέση με το 2006) αντίστοιχα.
Ομως δεν αποφεύχθηκε και η δεύτερη λύση, αφού η ανάγκη για κάποιου είδους σπουδές είναι μονόδρομος.
Η αποφυγή του κοινωνικού κόστους έχει να κάνει με το ποσοστό επιτυχίας που πάντα υπολογιζόταν με βάση όχι τον αριθμό των αποφοίτων αλλά τον αριθμό όσων υπέβαλαν μηχανογραφικό. Από αυτή την πλευρά, εμφανίζεται τα τέσσερα τελευταία χρόνια μία επιπλέον δυσκολία: αυξήθηκε πάρα πολύ ο αριθμός των υποψηφίων που τελικά δεν υπέβαλλαν μηχανογραφικό και είτε έβγαιναν στην αγορά εργασίας είτε αναζητούσαν άλλες λύσεις σπουδών.
Το σκεπτικό ότι οι φοιτητές με βαθμό πρόσβασης κάτω από 10 είναι ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για πανεπιστημιακές σπουδές μπορεί με την εφαρμογή της ρύθμισης να βρήκε συμμάχους σε όλους τους σχετικούς με την εκπαίδευση χώρους, αλλά εξίσου αποδεκτό είναι και το επιχείρημα ότι και οι χιλιάδες φοιτητές που εισάγονται με βαθμολογία λίγο πάνω από τη βάση είναι το ίδιο ανεπαρκείς για ακαδημαϊκές σπουδές.
Ο στόχος βέβαια για υψηλό επίπεδο γνώσεων των πρωτοετών εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο. Μένει τώρα να βρεθεί και με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: