Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Η διάπλαση της σχολικής... βίας

Οι μαθητές δολοφόνοι, οι λεγόμενοι «school shooters», δεν αποτελούν πια ένα μεμονωμένο γεωγραφικά φαινόμενο, ένα τυπικά αμερικανικό φρούτο

Η σχολική βία υπήρξε ανέκαθεν ένα εγγενές συστατικό της νεότερης, δημόσιας ή ιδιωτικής, εκπαίδευσης. Στις μέρες μας, όμως, οι εκδηλώσεις της μαθητικής βίας λαμβάνουν ολοένα και συχνότερα εφιαλτικές διαστάσεις: μαθητές δολοφονούνται ή τραυματίζονται σοβαρά από κάποιον οπλισμένο συμμαθητή τους, ο οποίος συνήθως αυτοκτονεί μετά την αποτρόπαιη πράξη του.
Στην Ελλάδα, είχαμε την αυταπάτη ότι τέτοια αξιοπερίεργα φαινόμενα τυφλής μαθητικής βίας δεν μας αφορούν ιδιαίτερα, θεωρώντας ότι σχετίζονται με «ξένες» και εντελώς «διαφορετικές» κοινωνικές πραγματικότητες. Δεν είναι όμως έτσι. Η νέα «παγκοσμιοποιημένη» μας πραγματικότητα διαψεύδει με τον πιο οδυνηρό τρόπο ανάλογες καθησυχαστικές αυταπάτες. Αραγε μπορεί η επιστήμη να διαφωτίσει τέτοια πρωτόγνωρα και άκρως ανησυχητικά φαινόμενα;
Πριν από ακριβώς οκτώ ημέρες συνέβη και στην Ελλάδα αυτό που όλοι φοβόμασταν ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Ενας 19χρονος σπουδαστής εισέβαλε οπλισμένος στη σχολή του, με σαφή πρόθεση να δημιουργήσει ένα μακελειό, αποφασισμένος, όπως γράφει ο ίδιος, να «σκοτώσω όποιον βρω μπροστά μου, ανεξάρτητα από φυλή και χρώμα, και θα σκοτωθώ».
Στο ίδιο σημείωμα, το οποίο βρήκαν οι αστυνομικοί στο σακίδιό του, δηλώνει ρητά ότι «δεν έχω κανέναν σεβασμό ούτε για τη δική σας ζωή ούτε για τη δική μου... Δεν αντέχω άλλο την απαξίωση... Είμαι πολύ εγωιστής για να πεθάνω και να σας αφήσω να ζήσετε».
Πίσω από τη φαινομενικά ψυχρή διατύπωση διαφαίνεται η αβάσταχτη απελπισία που οδήγησε τον Δημήτρη Πατμανίδη, παιδί επαναπατρισθέντων γονιών από τη Σοβιετική Ενωση, να εκτελέσει το «τρελό» σχέδιό του: δολοφονώντας όποιον βρει μπροστά του να κερδίσει, έστω και εκ των υστέρων, τον σεβασμό προς τον εαυτό του, αλλά και την προσοχή όλων των συμφοιτητών του (αφού φίλους δεν είχε). Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: ένας σοβαρά τραυματισμένος σπουδαστής και δύο ελαφρότερα τραυματισμένοι εργάτες που προσπάθησαν να τον αφοπλίσουν· όσο για τον 19χρονο δράστη, αφαίρεσε τη ζωή του αυτοπυροβολούμενος.
Σε σύγκριση με ανάλογες δολοφονικές επιθέσεις ανηλίκων μαθητών σε Ευρώπη και Αμερική, αυτό το πρώτο ελληνικό περιστατικό είχε, ευτυχώς, μικρό κόστος σε αίμα, αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις πριν από έναν μήνα ο 17χρονος Γερμανός Τιμ Κρέτσμερ εισέβαλε με ένα αυτόματο όπλο στο σχολείο του Realschule (Αλμπερτβιλ) και σκότωσε 9 μαθητές και 3 δασκάλες, και κατόπιν άλλα 3 ενήλικα άτομα, σύνολο 16 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του ανήλικου δράστη που στο τέλος αυτοκτόνησε. Ενώ στις 23-09-2008, στη Σχολή Φιλοξενίας Κοατζόκι της Φινλανδίας, ο 22χρονος Μάτι Τζουχάνι Σάαρι σκότωσε 12 άτομα (10 μαθητές, έναν καθηγητή και τον εαυτό του).
Οσο για τις ΗΠΑ, αυτές κατέχουν αναμφίβολα τα πρωτεία σε τέτοια ακραία φαινόμενα φοιτητικής και μαθητικής βίας. Με πλέον διάσημη την περίπτωση του 23χρονου φοιτητή Τσο Σέουνγκ-Χούι, ο οποίος στις 15-04-2007, στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, δολοφονεί 24 φοιτητές, 5 καθηγητές και αυτοκτονεί. Μια λεπτομερή παρουσίαση των διεθνών ιστορικών δεδομένων για τη βία των ανηλίκων μπορεί να βρει κανείς στον «ΦΑΚΕΛΟ» της «Ε» (21 Μαρτίου 2009).
Στο μυαλό ενός «school shooter»
Μόνο στις ΗΠΑ, κάθε χρόνο είκοσι κατά μέσο όρο σπουδαστές δολοφονούν έναν ή περισσότερους συμμαθητές τους. Ενα ανησυχητικό κοινωνικό φαινόμενο που εξαπλώνεται πλέον και σε χώρες της Ευρώπης, με μεγάλη κοινωνική συνοχή και ασφάλεια. Γονείς, δάσκαλοι και ειδικοί -κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, γιατροί- επιχειρούν να εξηγήσουν, ο καθένας από τη σκοπιά του, αυτή την «παράλογη» σχολική βία.
Ποια όμως εικόνα των νεαρών δολοφόνων προκύπτει από τις, μέχρι σήμερα, επιμέρους επιστημονικές προσπάθειες; Αραγε υπάρχει ένα κοινό ψυχολογικό προφίλ, που θα μας επέτρεπε να αναγνωρίσουμε τον μαθητή που ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει ένα μακελειό;
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένα μοναδικό ψυχολογικό προφίλ που θα μας επέτρεπε να εντοπίζουμε εγκαίρως τους δυνητικούς school shooters. Υπάρχουν, όμως, σίγουρα κάποια κοινά γνωρίσματα που τους χαρακτηρίζουν», υποστηρίζει η Ann Marie C. Lenhardt, η οποία θεωρείται η σημαντικότερη Αμερικανίδα ειδικός σε θέματα νεανικής βίας. Μελετώντας με τους συνεργάτες της 15 «επεισόδια» που συνέβησαν μεταξύ των ετών 1996 και 2005, κατάφερε να ανασυγκροτήσει την προσωπικότητα αλλά και την κοινωνική-συναισθηματική ζωή των νεαρών δραστών.
Ετσι, κατέληξε σε μια σειρά από κοινά σε όλους χαρακτηριστικά: ως επί το πλείστον ήταν άτομα που αισθάνονταν απομονωμένα και απαξιωμένα από τους συμμαθητές και τους δασκάλους τους, δυσκολεύονταν να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις και είχαν μια απελπισμένη ανάγκη για να τραβήξουν την προσοχή. Με λίγα λόγια, συνήθως πρόκειται για άτομα ιδιαίτερα ευαίσθητα και συχνά περιθωριοποιημένα, τα οποία δεν βρίσκουν μια θέση στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό μικροκοινωνικό περιβάλλον του σχολείου, ούτε έναν σκοπό στη σύντομη ζωή τους. Σύμφωνα με τη Lenhardt, πρόκειται για άτομα με κάποια εμφανή ψυχολογική ανεπάρκεια, ανίκανα να διαχειριστούν αυτό το εσωτερικό κενό και κυρίως να υπερβούν τις δυσκολίες που τους θέτει το περιβάλλον ή που δημιουργούν από μόνα τους. Ενα επιπλέον στοιχείο που προέκυψε τόσο από αυτή όσο και από άλλες έρευνες στις ΗΠΑ είναι ότι η εγκληματική συμπεριφορά εκδηλώνεται συνήθως μετά τη συσσώρευση γεγονότων που ο school shooter βιώνει ως «προσωπικές αποτυχίες».
Πάντως, πίσω από κάθε σχολικό μακελειό υπάρχει σχεδόν πάντα κάποιο ή κάποια εξωτερικά αίτια που το πυροδοτούν, γεγονός που αποδεικνύει την ανεπάρκεια καθησυχαστικών επιχειρημάτων όπως ότι πρόκειται απλώς για «παράλογα» ή «μεμονωμένα» περιστατικά. Εξάλλου, το 95% των μελετημένων περιπτώσεων δεν είναι καθόλου παράλογες ή αδικαιολόγητες εκρήξεις βίας αλλά, αντίθετα, καλά σχεδιασμένες εγκληματικές πράξεις, τις οποίες μάλιστα οι δράστες φροντίζουν να ανακοινώσουν εγκαίρως σε κάποια άτομα ή στο Διαδίκτυο!
Πέρα από τις κοινοτοπίες περί «αιμοσταγών δολοφόνων»
Από τα ΜΜΕ αλλά και τις αρχές καλλιεργείται λίγο ώς πολύ η άποψη ότι οι school shooters αποτελούν τους νέους αιμοσταγείς αντι-ήρωες της μεταμοντέρνας εποχής. Στην πραγματικότητα, αυτά τα βαθύτατα διαταραγμένα και πληγωμένα νεαρά άτομα επιδιώκουν την αναγνώριση και την αποδοχή με βάση τα κοινά αποδεκτά πρότυπα της εποχής μας και επειδή αποτυγχάνουν εκδικούνται τον εαυτό τους και την κοινωνία.
Μεγάλη ευθύνη για αυτό το «παράλογο» αίσθημα της αποτυχίας έχουν όχι μόνο τα ίδια τα προβληματικά άτομα, αλλά και οι κυρίαρχες ναρκισσιστικές και εγωκεντρικές αξίες της εποχής μας. Οταν σε κάποιο ευαίσθητο άτομο επιβάλλεται να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον εαυτό του και την κοινωνική του αναγνώριση, όταν ο εαυτός αναδεικνύεται σε μέγιστη άξια και προτεραιότητα (ναρκισσισμός), τότε είναι σχεδόν φυσικό να αντιδρά βίαια σε κάθε αποτυχία ή στη μη αναγνώριση του υποτιθέμενου μεγαλείου του.
Διαφορετικές κοινωνικές και ψυχολογικές έρευνες επιβεβαιώνουν την υποψία ότι τα πολύ ναρκισσιστικά και εγωκεντρικά άτομα δυσκολεύονται ιδιαίτερα να προσαρμοστούν στις αλλαγές του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, κυρίως όμως έχουν την τάση να γίνονται εξαιρετικά βίαια όταν αισθάνονται ότι τα απορρίπτουν.
Πολλές επιστημονικές μελέτες επικεντρώνονται στα νευρολογικά αίτια αυτής της εξαιρετικά βίαιης συμπεριφοράς των ανηλίκων ή των νεαρών ατόμων, ενώ κάποιες άλλες στη δραματική επίδραση των πολύ διαδεδομένων αντικαταθλιπτικών φαρμακευτικών ουσιών (βλ. πλαίσιο).
Εχει όμως κανείς τη δυσάρεστη εντύπωση ότι αυτές οι μεμονωμένες έρευνες βλέπουν συχνά το δέντρο αλλά, δυστυχώς, χάνουν το δάσος. Για παράδειγμα, ένας αποφασιστικός κοινωνικός παράγοντας είναι η μεγάλη διάδοση των όπλων και η εξαιρετικά εύκολη πρόσβαση των νέων σε αυτά, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη (κυρίως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης). Πέρα από τις βολικές κοινοτοπίες περί ανηλίκων εκ γενετής αιμοσταγών δολοφόνων, καλό θα ήταν να επανεξετάσουμε εγκαίρως τα κοινωνικά αίτια και τα αδιέξοδα που, όλο και πιο συχνά, οδηγούν τους νέους ανθρώπους σε απελπισμένες πράξεις βίας. *
Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: